🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
προξενήτρα
προξενήτρα
1) сватья
2) посредница
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
προξενήτρα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ατραυμάτιστος
—
βιολόγος
—
αναθαυμάζω
—
χαρτοκιβώτιο
—
έλλειψη
—
κρητικιά
—
αχτή
—
στέγη
—
μεσανός
—
χθόνιος
—
ρηχία
—
ντιλετταντισμός
—
κακιωμένος
—
πελτές
—
καλλιγραφικός
—
Γερμανίδα
—
ραντίζω
—
βουτυριακή
—
απαρόμοιαστος
—
ωρολογοθήκη
—
αμίαντος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω