🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λιακό
λιακό
το
сушилка для сушки на солнце
(фруктов и т. п.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сушилка для сушки на солнце
? —
λιακό
как с
(ново)греческого
переводится слово
λιακό
? — сушилка для сушки на солнце
#
(ново)греческий словарь
—
προπαγανδιστής
—
μακρονός
—
συκοπερίβολο
—
πολεμοφόδια
—
εξοβελίζομαι
—
πολλοστημόριο
—
στοιχειοθετημένος
—
παρεξηγησιάρης
—
χρύσωμα
—
τζάνερο
—
ενορχηστρώνω
—
νωχελικός
—
γελαστής
—
αδιαγούμητος
—
ονοματίζω
—
μαργαριταρένιος
—
τρισάξιος
—
μειώνομαι
—
ανταμοιβή
—
αποκήρυξη
—
εκπατρίζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω