🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διεβλήθην
διεβλήθην
παθ. αόρ. от διαβάλλω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
διεβλήθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
δύσπεπτος
—
σαρακοφάγωμα
—
ραγδαιότητα
—
ανεπίστροφος
—
αψυχιά
—
ψαρόμαλλος
—
αφιλότιμος
—
βόθριον
—
κούφαμα
—
συναινετικά
—
κατωφερής
—
ημιαποικιακός
—
περιβολή
—
έγγιστα
—
ξοδευτής
—
επιστημολογικός
—
πολυτίμως
—
μπήγω
—
ξεσποριάζω
—
σμαραδόχρους
—
αντιμόνιο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω