🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σωστικός
σωστικός
спасательный
;
~ σταθμός — спасательная станция
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
спасательный
? —
σωστικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
σωστικός
? — спасательный
#
(ново)греческий словарь
—
διασαλπίζω
—
υψώνω
—
Αμερικάνα
—
υπαρξισμός
—
κοκιανοβαμμένος
—
ωκεανός
—
ξεσκέπασμα
—
ρινοκοπώ
—
κεφαλαιοκρατικός
—
σαρκαστικός
—
ταχυδρομείο
—
πολυαρχία
—
δημοτικίζω
—
ιτέα
—
υδροδοτικός
—
υπήρξα
—
πολυηχής
—
διπλόη
—
μελισσόχορτο
—
αποσταλακτικός
—
εντόπιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω