🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κατάπληξη
κατάπληξη
η
изумление
;
προκαλώ (или προξενώ, κάνω) ~ — поражать, изумлять
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
изумление
? —
κατάπληξη
как с
(ново)греческого
переводится слово
κατάπληξη
? — изумление
#
(ново)греческий словарь
—
πυρηνώδης
—
διακοίνωση
—
σημείο
—
υστεροελλαδικός
—
άψοφος
—
ερπηστικός
—
υαλοποιείο
—
κομμουνίστρια
—
μπάφα
—
προσφυγοπατέρος
—
φλέβα
—
άκαλτσος
—
εκατομμυριούχος
—
πρωρατικά
—
φραμπουάζ
—
αεροναύτης
—
παρόραμα
—
σαλπιστής
—
πυρακτώνω
—
ερατεινός
—
γροθίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω