🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαμελετζής
μαμελετζ|ής
ο уст.
ростовщик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ростовщик
? —
μαμελετζής
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαμελετζής
? — ростовщик
#
(ново)греческий словарь
—
διαθηκώος
—
συναλοιφή
—
ψυχιατρική
—
μικροσκόπηση
—
θύννος
—
προαγωγή
—
αντιφεμινισμός
—
μοιρολατρικά
—
φουντούκι
—
κωλοσέρνω
—
αναίδεια
—
εργασμένος
—
πρυμνήσιος
—
νοικάτορας
—
γεροντολόγο
—
υπερβαίνω
—
μπαινοβγαίνω
—
χρυσίο
—
άκρια
—
παύλα
—
αναγνωρίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω