🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γιατρολόγημα
γιατρολόγημα
το 1)
уход за больными
;
2)
лечение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
уход за больными
? —
γιατρολόγημα
как на
(ново)греческом
будет слово
лечение
? —
γιατρολόγημα
как с
(ново)греческого
переводится слово
γιατρολόγημα
? — уход за больными, лечение
#
(ново)греческий словарь
—
σαραβαλιασμένος
—
προσγειώνω
—
μπράουνιγκ
—
προδοσία
—
αερόστατο
—
υδατοσφαιρίστρια
—
κερασένιος
—
παλινδρομώ
—
χελιδόνισμα
—
νομισματολογικά
—
αλίπαντος
—
εμβάπτω
—
απλάκωτος
—
ψηλοτάκουνος
—
ταξιάρχης
—
κωλότρυπα
—
αλχημιστικός
—
μικρόμετρο
—
αγαρμπιά
—
αστραμμα
—
παγκόσμιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω