🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στερεό
στερεό
το
твёрдое тело
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
твёрдое тело
? —
στερεό
как с
(ново)греческого
переводится слово
στερεό
? — твёрдое тело
#
(ново)греческий словарь
—
ωχρότητα
—
παγκρεατίτιδα
—
αρχιψεύτης
—
δύσβατος
—
αβοσκος
—
υπερπλήρωση
—
ανθρωποειδής
—
αποτιμητής
—
ερωδιός
—
οδοντογλυφίδα
—
καταψηφίζω
—
ζούληγμα
—
δικηγορόσημο
—
σκουπίδι
—
ανόσιος
—
υποστηρικτής
—
μοναστικός
—
δόσα
—
πορνό
—
αρμόνιο
—
μπερές
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω