🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
περιποιώ
περιποιώ
уст. :
~ τιμήν — делать честь (кому-л.)
;
αυτό δέν σάς ~εί τιμήν — [phrase]это не делает вам чести[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
περιποιώ
? —
#
(ново)греческий словарь
—
χιονοπόλεμος
—
κατουρλιό
—
προεξάρχων
—
ισορροπώ
—
προσραφή
—
χολοστεαρικός
—
κωλομπαράς
—
χιτίνη
—
οινοφόρος
—
δίψυχος
—
μπαγαπόντισσα
—
ασυντέλεστος
—
αγγίνα
—
διαφράττω
—
διπλωτής
—
υφαντός
—
βωμολοχώ
—
πεντάκις
—
τιγράκι
—
αλίπαστος
—
βαρύτητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω