🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πρωτοβρόχι
πρωτοβρόχι
το (чаще мн.ч. )
первый осенний дождь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
первый осенний дождь
? —
πρωτοβρόχι
как с
(ново)греческого
переводится слово
πρωτοβρόχι
? — первый осенний дождь
#
(ново)греческий словарь
—
απονεκρωτικός
—
τοποτηρητής
—
ασταλτος
—
γάντι
—
προαντικειμενικός
—
καμάκωμα
—
καμουφλάζ
—
δυχατέρα
—
αναφέρομαι
—
θραψερός
—
διάτανος
—
μήνυμα
—
διάνθισμο
—
χρυσόθριξ
—
αρέσκω
—
αδελφώνω
—
κλειδωνιά
—
αγρίωμα
—
οχετός
—
λησμοβότανο
—
διαχειριστικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω