🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σωσμός
σωσμός
спасение; избавление
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
спасение
? —
σωσμός
как на
(ново)греческом
будет слово
избавление
? —
σωσμός
как с
(ново)греческого
переводится слово
σωσμός
? — спасение, избавление
#
(ново)греческий словарь
—
αναπηρώ
—
εκδύω
—
αναφορικά
—
ποταμήσος
—
τσιφούτισσα
—
μουνίτσα
—
ταππώνω
—
ψυχοφάρμακο
—
παραμορφώνω
—
σκιαμαχώ
—
σκορποχέρα
—
υποκειμενικότητα
—
κομιστηκά
—
εφημερίδας
—
προωθητικός
—
ψώρας
—
ξετυφλώνομαι
—
ανθρωπότη
—
ακρότμητος
—
ακτινογράφημα
—
συγκατακλίνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω