🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αστροδίαιτος
αστροδίαιτ|ος
1)
ведущий ночной образ жизни
;
2)
бездомный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ведущий ночной образ жизни
? —
αστροδίαιτος
как на
(ново)греческом
будет слово
бездомный
? —
αστροδίαιτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αστροδίαιτος
? — ведущий ночной образ жизни, бездомный
#
(ново)греческий словарь
—
βεργοστέφανο
—
ξεχνιούμαι
—
γκρημνός
—
στρατιωτικοποίηση
—
βοσκότοπος
—
πορσελλάνα
—
ποτό
—
δούρος
—
αδελφικότητα
—
ανάλαμψη
—
βεργάτης
—
επιτήδειος
—
πανηγύρι
—
εζεύχθην
—
ξεπιάνομαι
—
ανείπωτος
—
αναμφίβολα
—
ανάλλαγος
—
ξανατυπώνω
—
αργυρόηχος
—
άβραστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω