🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οπτόπλινθος
οπτόπλινθ|ος
η
кирпич
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кирпич
? —
οπτόπλινθος
как с
(ново)греческого
переводится слово
οπτόπλινθος
? — кирпич
#
(ново)греческий словарь
—
αφή
—
επιθεώρηση
—
βάφτισμα
—
παρακεί
—
εδραίος
—
ανοικονόμητος
—
εμφιαλώ
—
αναγνώθω
—
μουσαμαδένιος
—
προμεσημβρινός
—
αντιμεθαύριο
—
ζήλεια
—
αφορολόγητος
—
ατιμία
—
κοκκινωπός
—
μικρόσχημος
—
μαστροπεύω
—
παρανόηση
—
τριακονταετία
—
σκανδαλιάρης
—
τάρανδος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω