🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γεμίδι
γεμίδι
το 1)
начинка, фарш
;
2)
набивка
(материал);
~ από πούπουλα — набивка из пуха
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
начинка
? —
γεμίδι
как на
(ново)греческом
будет слово
фарш
? —
γεμίδι
как на
(ново)греческом
будет слово
набивка
? —
γεμίδι
как с
(ново)греческого
переводится слово
γεμίδι
? — начинка, фарш, набивка
#
(ново)греческий словарь
—
διαιρέσιμος
—
αναβαπτιζόμενος
—
βιοπορισμός
—
μαστωδυνία
—
habit
—
κάλεσμα
—
μασκαρεύομαι
—
αριστοκρατισμός
—
απογηράσκω
—
αχερόδεμα
—
τσακάλι
—
παζαρλίκι
—
παιανίζω
—
παράλλαξις
—
ξεφτίλα
—
διάτρημα
—
ξοπλίζω
—
κατακοπιάζω
—
αχαμνός
—
αφύτρωτος
—
γεννησιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω