🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξεχερσωμένος
ξεχερσωμέν|ος
поднятый, вспаханный
(о целине);
~η γτί — поднятая целина
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
поднятый
? —
ξεχερσωμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
вспаханный
? —
ξεχερσωμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξεχερσωμένος
? — поднятый, вспаханный
#
(ново)греческий словарь
—
γουλιάρης
—
αφίμωτος
—
χαζομπαμπάς
—
συγκρούω
—
δημαιρεσιακός
—
πολυκύλινδρος
—
καταλογίζω
—
θεατρικότητα
—
θυμιάτισμα
—
κατοπτρική
—
τσάμπουρο
—
υποδεκανέας
—
παπουτσής
—
πλεοναστικός
—
επίχωση
—
αριστερόστροφος
—
οσμώμαι
—
ασκίαστος
—
ημίφως
—
φάτσα
—
χειροπρίων
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω