🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σπεκουλάρω
σπεκουλάρω
(αόρ. (ε)σπεκουλάρισα )
спекулировать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
спекулировать
? —
σπεκουλάρω
как с
(ново)греческого
переводится слово
σπεκουλάρω
? — спекулировать
#
(ново)греческий словарь
—
βραχύπους
—
αρκουδιάρικος
—
διακόνεμα
—
κοφφέα
—
δικάσιμο
—
ψυχοσύσταση
—
εγωισταράς
—
ντέρτικος
—
οστεϊχθύες
—
αποχή
—
μπετό
—
κουκουβιάζω
—
στενοχωρέω
—
μετασχηματισμένος
—
φιλόπρωτος
—
φαλαινοθηρικό
—
καταδολιεύομαι
—
καταφθάνω
—
μεταίχμιο
—
κωλοκάτσι
—
διαθέτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω