🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εποχικός
εποχικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εποχικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μηνυτής
—
αποπυρηνικοποιώ
—
κεφαλοπονώ
—
ερωτική
—
ασύμμαστος
—
τσέ-τσέ
—
χειροτέχνημα
—
αρχιτεκτόνημα
—
φάσκελο
—
διατροφή
—
χοιράδες
—
ανία
—
ευφρόσυνος
—
βάρδια
—
τάση
—
νεφρολογία
—
φιλαλήθης
—
τσογλαναράς
—
ενέδρα
—
άπονος
—
οινοπνευματοποιία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω