🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
έμπρωρος
έμπρωρ|ος
мор.
носовой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
носовой
? —
έμπρωρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
έμπρωρος
? — носовой
#
(ново)греческий словарь
—
χρυσόλιθος
—
αμπελοχώραφα
—
ωαγωγικός
—
γαλβανιζέ
—
υφηγεσία
—
πετούμενος
—
βλήμα
—
παρατσούκλι
—
αμμωνοειδή
—
αδιαμαρτύρητα
—
αιμοσκοπία
—
καλμάρω
—
στεφάνωση
—
μεσπιλιά
—
φελούκα
—
σκάση
—
φαλαινίς
—
νύμφευση
—
ανάπαυλα
—
πρωτευουσιάνα
—
επικρίνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω