🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πλάσιμο
πλάσιμο
το
формовка
(теста)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
формовка
? —
πλάσιμο
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλάσιμο
? — формовка
#
(ново)греческий словарь
—
γράψιμο
—
αμφιβιακός
—
χιονόσφαιρα
—
στόμωμα
—
βουρκονέρι
—
ανευχαρίστητος
—
πτηνοτροφείο
—
ημερεύω
—
φαλτσέτα
—
λαμπιόνι
—
ανακατωτός
—
αντεπικουρία
—
βερμπαλίστρια
—
πολυζώητος
—
ξυλάγγουρο
—
επισκήπτω
—
ταξιθετώ
—
νηματόζωο
—
ανοικοδομώ
—
σαϊτοθήκη
—
καρφοβελόνα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω