🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πεντάγραμμος
πεντάγραμμ|ος
пятилинейный
;
τό ~ο χαρτί — нотная бумага
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пятилинейный
? —
πεντάγραμμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
πεντάγραμμος
? — пятилинейный
#
(ново)греческий словарь
—
πέργουλα
—
αξονοειδής
—
πετεινάρι
—
εστίαση
—
δικονομικός
—
ωοπαραγωγός
—
ληστής
—
ξεντερίζω
—
φοιτήτρια
—
συμπεριληπτικός
—
ολόξανθος
—
απαλοζώ
—
γραφίδα
—
στεατοπυγία
—
τρικυμιώδης
—
ελικοφόρον
—
επιγονάτιο
—
ριζωματικός
—
σφαληχτός
—
συννοσηρότητα
—
αναγκαιότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω