🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απόχρεμμα
απόχρεμμα
το
мокрота; плевок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мокрота
? —
απόχρεμμα
как на
(ново)греческом
будет слово
плевок
? —
απόχρεμμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
απόχρεμμα
? — мокрота, плевок
#
(ново)греческий словарь
—
κηραλοιφή
—
τάσσω
—
ακοομέτρηση
—
πλησίστιος
—
πολιτισμένος
—
πρυμνήσια
—
γλυφός
—
ανιμίστρια
—
ζουρλός
—
πυουρία
—
εντρίβω
—
αναπαυτήριος
—
αποτελεσματικός
—
γαιανθρακοποίηση
—
ομοφυλοφιλικός
—
αβούλευτος
—
βαγαπόντισσα
—
απονοικοκυρά
—
συγχωρώ
—
καταφυτεμένος
—
σημαιάκι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω