🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βισινύς
βισινύς
вишнёвый
(о цвете)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вишнёвый
? —
βισινύς
как с
(ново)греческого
переводится слово
βισινύς
? — вишнёвый
#
(ново)греческий словарь
—
μύτη
—
κουνουπιδόσουπα
—
κακοκοιτάζω
—
στρατόπεδο
—
καταδρομικό
—
όχθη
—
καμουφλάρω
—
λιχνισμένος
—
βραβεύομαι
—
κάρπωση
—
συμφυρμός
—
μελάνη
—
στρατηγείο
—
δούναι
—
επιστροφή
—
φάσωμα
—
ανεγκεφαλία
—
ετερόστομος
—
ιμαντοκίνητος
—
πολφικός
—
πέρκωμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω