🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανδρούμαι
ανδρούμαι
(αόρ. ηνδρώθην)
мужать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мужать
? —
ανδρούμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανδρούμαι
? — мужать
#
(ново)греческий словарь
—
φαντασίωση
—
βροντόλυρα
—
αδερφοδιώχτης
—
μελιγγούνι
—
αλλαξοφεγγαριά
—
συντοπίτης
—
πλησμονή
—
ανασεισμός
—
ξενότροπος
—
οίος
—
πνευμονόκοκκος
—
λαχειοπώλης
—
τράμπα
—
αλογόπετρα
—
πεντηκοντούτις
—
τριετία
—
ψευδοευλάβεια
—
μικροαπατεώνας
—
ξαδέρφι
—
σκληρίζω
—
βλητρω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω