🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εμπειριαρχία
εμπειριαρχία
η филос.
эмпиризм
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
эмпиризм
? —
εμπειριαρχία
как с
(ново)греческого
переводится слово
εμπειριαρχία
? — эмпиризм
#
(ново)греческий словарь
—
γιδοπρόβατα
—
εισερχόμενα
—
θωρακοβαριδα
—
γιδοκοπή
—
καλαματιανός
—
σπερματοθήκη
—
αποπότι
—
λησμονημένος
—
προσάρμοση
—
προσωπάρχης
—
βιομηχανία
—
ενάρετος
—
αραλίκι
—
ιδιωτισμός
—
μπαμπάκι
—
παραθεριστής
—
αποχρωμάτιση
—
δαγκάνω
—
δεματού
—
φορμόλη
—
βανανέα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω