🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λιμνογράφος
λιμνογράφ|ος
ο
лимниграф, мареограф
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лимниграф
? —
λιμνογράφος
как на
(ново)греческом
будет слово
мареограф
? —
λιμνογράφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
λιμνογράφος
? — лимниграф, мареограф
#
(ново)греческий словарь
—
υπερρεαλιστικός
—
αντικατοπτρίζομαι
—
επτακοσιαπλάσιος
—
λευκισμός
—
βλαστήμια
—
ενθάδε
—
ξομολόγηση
—
τζόγια
—
καρεκλίτσα
—
ευκαιρώ
—
κηπευτής
—
πεζογραφία
—
προδίδω
—
βαθρακοκοίλης
—
υπερχαίρω
—
φοροδιαφυγή
—
λεξικολογικά
—
ανθρακωρύχος
—
ολάνοιχτος
—
σεισμογόνος
—
αυτοθαυμάζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω