🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δικαστίνα
δικαστίνα
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
δικαστίνα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ακόρδωτος
—
αιματόμετρο
—
αθεμελίωτος
—
συμβουλευτικός
—
βιδωτός
—
λαογράφος
—
φάσγανον
—
τεϊοποτείο
—
δεντρόκολλα
—
πριονοκορδέλα
—
διαρρηγνύομαι
—
αισθησιαρχία
—
ανταξιώνω
—
κακοποίηση
—
σμιχτός
—
αιμοσπερμία
—
βοτανοπώλης
—
ρουβίδιο
—
στάξη
—
ωοτοκία
—
ξεμπλέκω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω