🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ημερολογιακός
ημερολογιακός
календарный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
календарный
? —
ημερολογιακός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ημερολογιακός
? — календарный
#
(ново)греческий словарь
—
εξελεγκτικός
—
χελωνοκαύκαλο
—
πυροβολάρχης
—
δίκαυλος
—
ψευδοτρόπιδα
—
αγροικητά
—
ουράνιο
—
αερολιμένας
—
ρυπτικός
—
μαρμαροδουλειά
—
επίναυλος
—
αυγόσχημος
—
χονδρεμπόριο
—
εκφορητικός
—
χορίαμβος
—
ταχυβολία
—
καβγάς
—
αφορολόγητος
—
σμαράγδι
—
ξακρίδι
—
επιφοιτώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω