🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στεναχωρώ
στεναχωρώ
притеснять; угнетать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
притеснять
? —
στεναχωρώ
как на
(ново)греческом
будет слово
угнетать
? —
στεναχωρώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
στεναχωρώ
? — притеснять, угнетать
#
(ново)греческий словарь
—
ατάσθαλος
—
αστροφυσική
—
μπιζού
—
αρπιστής
—
γραβάτα
—
κρίκετ
—
τειχοδομία
—
εγκαταριθμώ
—
μουνόψειρα
—
ρυπαρότητα
—
συμβουλώ
—
λεβεντομάννα
—
γυναικοκρατία
—
ευωδιά
—
κληρικός
—
εθελοντικός
—
απόγραφος
—
αποτελούμαι
—
τρικινητήριος
—
τριγωνομετρω
—
αυτοάμυνα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω