🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γάτος
γάτ|ος
ο
кот
;
===
άμα λείπει ο ~, χορεύουν τά ποντίκια — погов. [phrase]без кота мышам раздолье[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кот
? —
γάτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
γάτος
? — кот
#
(ново)греческий словарь
—
γιουρούσι
—
αδιάπλαστος
—
πυγονιπτήρας
—
γκαζάδικο
—
βόλι
—
βεντάγια
—
αλογόμυγα
—
χασομέρι
—
εκλαϊκευτής
—
τράπεζα
—
συγκεκλιμένος
—
μητρώο
—
ακατάβρεχτος
—
ετεροπολικός
—
ρεμπελεύω
—
κατακόκκινος
—
δεσποτικώς
—
ξανασηκώνω
—
επτακοσιοστόν
—
γραμματικός
—
γλωσσοφόρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω