🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλοή
αλοή
η 1)
сок (или настой) алоэ
;
2)
горечь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сок алоэ
? —
αλοή
как на
(ново)греческом
будет слово
горечь
? —
αλοή
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλοή
? — сок алоэ, горечь
#
(ново)греческий словарь
—
ξεμαγεύω
—
ύπνος
—
χαλκευτικός
—
επόπτευση
—
ελικοτομία
—
τόπι
—
λεξιγραφία
—
ανοδήγητος
—
λειχήνωση
—
αντικυβερνητικός
—
άροτρον
—
μεγαλοδωρία
—
αισιόδοξα
—
ελαιοπερίβολο
—
γραμματισμένος
—
αρχιστράτηγος
—
acajou
—
Πρωτομαρτιά
—
προαναφέρομαι
—
απαράδεχτος
—
καντιανισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω