🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ψωρόχορτο
ψωρόχορτο
το бот.
скабиоза
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
скабиоза
? —
ψωρόχορτο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ψωρόχορτο
? — скабиоза
#
(ново)греческий словарь
—
πινελλάρισμα
—
ευσταθούν
—
ψευδόδερμα
—
δενδροκομία
—
σκούφος
—
σακουλές
—
μαλάκωμα
—
αντιφάσκω
—
μερακλήδισσα
—
υποθερμικός
—
ρούνοι
—
υαλόπαγος
—
βενέτικος
—
συκαλάς
—
υποσταλτικός
—
κυματώδης
—
παραλλάζω
—
περαίνω
—
νεώτερο
—
παρέμβλημα
—
ξανθότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω