🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανέσπερος
ανέσπερ|ος
неугасимый, негаснущий
;
~ον φώς — неугасимый свет
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
неугасимый
? —
ανέσπερος
как на
(ново)греческом
будет слово
негаснущий
? —
ανέσπερος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανέσπερος
? — неугасимый, негаснущий
#
(ново)греческий словарь
—
λουστραρίζω
—
πλισσάροι
—
εξωγκωμένος
—
μούργα
—
καταρίθμηση
—
ξόρκι
—
λευκόθριξ
—
καταπληξία
—
μεταπούλημα
—
καταχειροκροτούμαι
—
ξιφοφόρος
—
περιληπτικός
—
σμηνίας
—
υπέρπλουτος
—
ερωτόπουλο
—
ακαδημία
—
αυθαίρετο
—
πολυκατάστημα
—
μεταλλίτις
—
ξεκαλτσώνω
—
σπρωξίδι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω