🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δολομιτικός
δολομιτικός
мин.
доломитовый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
доломитовый
? —
δολομιτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
δολομιτικός
? — доломитовый
#
(ново)греческий словарь
—
ρυπαρογραφία
—
βρισιά
—
δρυμώδης
—
άλουτρος
—
συνέταιρος
—
κατασκευαστής
—
γεροντοπαλίκαρο
—
δεκαεφτάχρονος
—
προσονάχωμα
—
δόνημα
—
σπούδαγμα
—
μαγαρίκα
—
οπτιμισμός
—
δημαρχικός
—
εκκαμίνευση
—
φλεβίζω
—
ουρανολογία
—
δηλών
—
αήθης
—
μουτράκι
—
χαλυβώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω