🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μεθυσμένος
μεθυσμέν|ος
пьяный, напившийся
;
~ στουπί или τύφλα ~ — мертвецки пьяный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пьяный
? —
μεθυσμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
напившийся
? —
μεθυσμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μεθυσμένος
? — пьяный, напившийся
#
(ново)греческий словарь
—
δεκαεφτάχρονος
—
αντεροβγάλτης
—
πρασινωπός
—
γαιοκτησία
—
χαροκαμμένος
—
χαραξιά
—
αδίδακτος
—
αιγόδερμα
—
ενεδρευτής
—
παρηγοριά
—
ακατάπειστος
—
προσονομύζω
—
ανεμομέτρηση
—
πώρος
—
οξυγόνωσις
—
εφησυχασμός
—
χρωματοθήκη
—
φυλετικότητα
—
ηλεκτρομεταλλουργία
—
καστανόσουπα
—
εποστράκισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω