🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαδρομέας
διαδρομέας
(-έως) ο мор.
лёгкий крейсер
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лёгкий крейсер
? —
διαδρομέας
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαδρομέας
? — лёгкий крейсер
#
(ново)греческий словарь
—
καλαμωτή
—
κοτάς
—
μοσχοβόλος
—
πυροστιά
—
ανεξουσίαστος
—
φιλοκέρδεια
—
Λερναίος
—
παρηγοριέμαι
—
διπροσωπία
—
αγριοπλάτανος
—
μαρίδα
—
απώτερος
—
λακωνισμός
—
τέταρτο
—
νεοκλασσικισμός
—
ακάθαρτος
—
συγκατάνευση
—
διάβρωση
—
μπεϊοπούλα
—
αντασφάλιση
—
εχινόκοκκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω