🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τομάρι
τομάρι
το
шкура
;
===
γλυτώνω τό ~ μου — спасать свою шкуру
;
νοιάζομαι γιά τό ~ μου — заботиться о своей шкуре
;
φυλάω τό ~ μου — дрожать за свою шкуру
;
τού άργασαν τό ~ — [phrase]его избили в кровь[/phrase]
;
τόν τρώει τό ~ του — [phrase]по нём палка плачет[/phrase]
;
θά πουλήσω ακριβά τό ~ μου — [phrase]я им дёшево не дамся[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шкура
? —
τομάρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
τομάρι
? — шкура
#
(ново)греческий словарь
—
θεσσαλικός
—
κοίτασμα
—
αντικάμαρα
—
μιναρές
—
ασταρώνω
—
αποστρατιωτικοποιημένος
—
μωλώνω
—
μεταξουργείο
—
ανανεύω
—
γάμπα
—
σπάτουλα
—
βάγια
—
πανοικτίρμων
—
γαιανθρακόπλινθος
—
δισημία
—
ριψοκίνδυνος
—
σκλαβώνομαι
—
απαξάπας
—
αυλόκηπος
—
καστρί
—
δαγκαματιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω