🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ψεύδισμα
ψεύδισμα
το
шепелявость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шепелявость
? —
ψεύδισμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ψεύδισμα
? — шепелявость
#
(ново)греческий словарь
—
σοκάρισμα
—
γαληνεμός
—
στενεύω
—
πληρεξουσιότητα
—
εξατομίκευσις
—
λειαντικός
—
αλογία
—
μπαντιέρα
—
προστυχοδουλειά
—
παρεμποδίζω
—
πρωτοείδωτος
—
άφθονος
—
κοσμοχαλασμός
—
μπεσαλής
—
ψαλίδισμός
—
επιδημητικός
—
πλαγιότιτλο
—
γνησιότητα
—
αυτοέπαινος
—
δώρημα
—
καλαμοκάνισσα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω