🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονόπραχτο
μονόπραχτο
το
одноактная пьеса
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
одноактная пьеса
? —
μονόπραχτο
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονόπραχτο
? — одноактная пьеса
#
(ново)греческий словарь
—
εκνευρίζω
—
διαφθορείο
—
έγερση
—
ανακαλύπτω
—
στραβολαιμιάζομαι
—
μεθυσιό
—
ξεγαριάζω
—
αισιόδοξα
—
δεσποτισμός
—
κυμβαλίζω
—
ερειστικός
—
υπεροξίδιο
—
έμπροσθεν
—
αρχιναυπηγός
—
γυμνό
—
αμαρεύω
—
μαραγγιάζω
—
ζωστικό
—
ενηλικότητα
—
κονίαμα
—
τρόικα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω