🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μπουλονάρω
μπουλονάρω
(αόρ. (ε)μπουλονάρισα )
скреплять болтами
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
скреплять болтами
? —
μπουλονάρω
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπουλονάρω
? — скреплять болтами
#
(ново)греческий словарь
—
σωματότυπος
—
σύμφυρτος
—
ντοκουμεντάρισμα
—
κακορριζικιά
—
ζωγραφιά
—
ειλικρίνεια
—
επιχειρηματολογία
—
αναδιανεμητικός
—
εγκεφαλίτιδα
—
αναγαλλιάζω
—
απαξίωση
—
ταράττω
—
νεκρόσυλος
—
ρευστοποίηση
—
πόταμος
—
κολάϊ
—
φεγγαροφώτιστος
—
στομάχι
—
αυτοπροσωπογράφος
—
νοσοκομείο
—
καλτσομηχανή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω