🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αργότερο
αργότερο
:
τό ~ — самое позднее
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αργότερο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πίκκολο
—
χαμογελαστός
—
δυσπεψία
—
μακρομικρόμετρον
—
αιφνιδιαστικός
—
προβλήτα
—
κλειδαριά
—
ερίκι
—
συγκίνηση
—
ταχυδρομικά
—
φλουρί
—
τιμάριο
—
ζωοψυχολογία
—
αγερικό
—
κορνιζάρισμα
—
σάμπως
—
χρωμιοχάλυψ
—
άκων
—
γκιαούρης
—
καρδαμωμένος
—
χιλιετής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω