🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γενναριάτικος
γενναριάτικ|ος
январский
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
январский
? —
γενναριάτικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
γενναριάτικος
? — январский
#
(ново)греческий словарь
—
ιδιόκλιτος
—
αρκουδόγουνα
—
σημασιολογία
—
γεροντοτρόφια
—
υπερφυσικός
—
λυτρωτικός
—
αδρασκελίζω
—
προαναφερόμενος
—
κεντιστός
—
πάκτωμα
—
εμποτίζω
—
συμπολιτευόμενος
—
αμμουδιάτικο
—
κατασκηνώτρια
—
σωματείο
—
εκβιάζω
—
δίαρχία
—
φτουρώ
—
προειδοποιητικός
—
αναβρασμός
—
κολλημένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω