🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαφορίζω
διαφορίζω
мат.
дифференцировать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дифференцировать
? —
διαφορίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαφορίζω
? — дифференцировать
#
(ново)греческий словарь
—
θεολογία
—
χαχάνισμα
—
μπατήρης
—
συμπαίκτρια
—
ψευδομονάδα
—
διαβιβαστήριος
—
επιφώνησις
—
υπεραίρομαι
—
ελαιουργείον
—
ζηλοτυπία
—
αλλαντοειδής
—
χρηματιστικός
—
πολύδωρος
—
ένθλιψη
—
ξεφούσκωτος
—
αφιλοθεάμων
—
φιλόζωος
—
ακαβούρδιστος
—
ποδίσκος
—
τεσσαρακοστιανός
—
γρυλλίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω