🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονέδα
μονέδα
η
монета
;
===
κόβω ~ — зашибать деньгу
;
δέν περνά η ~ σου — [phrase]ты здесь никого не обманешь, никого не проведёшь[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
монета
? —
μονέδα
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονέδα
? — монета
#
(ново)греческий словарь
—
πυκνόφυλλος
—
αρχοντομαθαίνω
—
αιμομιξία
—
αρχειοθέτρια
—
πάρωρος
—
υδροδείχτης
—
νομοθέτημα
—
κολλοδιούχος
—
αναθερμαίνω
—
Σουηδή
—
παρόδιος
—
ελαιοτρίβιον
—
απομονώνομαι
—
απαπούτσωτος
—
άψητος
—
πεφυσιωμένος
—
σβησμένος
—
αναφρούμασμα
—
χαρτέμπορος
—
χλιαίνω
—
κρουπιέ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω