🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διάσκελο
διάσκελο
το 1) (большой)
шаг
;
2)
перевал
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шаг
? —
διάσκελο
как на
(ново)греческом
будет слово
перевал
? —
διάσκελο
как с
(ново)греческого
переводится слово
διάσκελο
? — шаг, перевал
#
(ново)греческий словарь
—
δείλινιάζω
—
αλταϊκός
—
αδόκητος
—
καρπαζώνω
—
διαταράττω
—
μικρομύτης
—
εκμαγείωση
—
ξαλαφρωμένος
—
αγγειοπλαστείο
—
εμμανής
—
χολοκυστίτιδα
—
αλυσίδετος
—
λεφτάς
—
στούμπος
—
είθισται
—
παραγωγικός
—
όγκος
—
ραδιοτεχνίτης
—
υπεργαλακτία
—
συγκομίζω
—
αργοσβήνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω