🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βοτανολογάω
βοτανολογάω
полоть
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
полоть
? —
βοτανολογάω
как с
(ново)греческого
переводится слово
βοτανολογάω
? — полоть
#
(ново)греческий словарь
—
πτυοσκαπάνη
—
πανέρημος
—
σελλοποιείον
—
ακλήρως
—
πολύπραγος
—
ταχεία
—
φαγωμάρα
—
θεόκουτος
—
σοροκολεβάντες
—
παραγυιός
—
αποσυνδετικός
—
αναθεμελιώνω
—
μορφώνομαι
—
νιτροκυτταρίνη
—
εκμεταλλεύομαι
—
σύμπηξη
—
φουριόζος
—
νυχτώνομαι
—
Αυγουστής
—
εξαπολύομαι
—
ταώνειος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω