🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βύσσινίος
βύσσινί|ος
вишнёвый
(о цвете)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вишнёвый
? —
βύσσινίος
как с
(ново)греческого
переводится слово
βύσσινίος
? — вишнёвый
#
(ново)греческий словарь
—
προαγοράζω
—
επειξη
—
πιστοχρεώνω
—
αλουστράριστος
—
εργοδηγός
—
φωτοτηλεγράφημα
—
παμψηφεί
—
εξακρίβωση
—
Παρασκευή
—
καταχτητής
—
ζερδαλί
—
μεσοδόκι
—
δαρβινισμός
—
ενασχολώ
—
πολεμικόν
—
αγγελόκομμα
—
γυαλικά
—
πολυγραφότατος
—
παραπληξία
—
καλημέρα
—
πρόβειος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω