🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αιθερόλαμνος
αιθερόλαμν|ος
плывущий по небу, парящий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
плывущий по небу
? —
αιθερόλαμνος
как на
(ново)греческом
будет слово
парящий
? —
αιθερόλαμνος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αιθερόλαμνος
? — плывущий по небу, парящий
#
(ново)греческий словарь
—
σφιχτοχεριά
—
γκαζομετρητής
—
αστένεια
—
θωρηκτό
—
κωλοσέρνομαι
—
προσθαλασσώνω
—
σακχαροειδής
—
φοίνιξ
—
αρνητισμός
—
γυρίζω
—
μηνιγγίτιδα
—
απίστευτος
—
επιτόπιος
—
εμπιστευτικά
—
ποτάζω
—
δυσκολοβάσταχτος
—
ρυμοτομικός
—
χρυσοκέντητος
—
φαλιδώνω
—
μαυροθαλασσίτικος
—
αφράτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω