🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποκοπής
αποκοπ|ής
аккордно
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
аккордно
? —
αποκοπής
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποκοπής
? — аккордно
#
(ново)греческий словарь
—
δυσάρεστα
—
σκερτσόζος
—
διττογραφία
—
ιδιόχρους
—
φτασμένος
—
μερίς
—
ψηγματολόγος
—
γλυκοτραγουδιέμαι
—
τραγουδιστός
—
ρέκτης
—
στωϊκεύομαι
—
αποθηριώνομαι
—
ανεβαστός
—
αρμονικός
—
εμπλοκή
—
μουνόψειρα
—
ορτύκι
—
ουδετεροποίηση
—
θάβω
—
συνοφειλέτις
—
νομοτελειακά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω