🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανήρ
ανήρ
(γεν. ανδρός)
мужчина
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мужчина
? —
ανήρ
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανήρ
? — мужчина
#
(ново)греческий словарь
—
προϊδέαση
—
τρομοκρατικός
—
αντικειμενοποιούμαι
—
φτώχια
—
εφτάπλευρος
—
αστυφυλακή
—
ηλεκτροπτική
—
οστρακιά
—
ωοθηκίνη
—
κριτικός
—
συμπεριφοριστής
—
κεκλημένος
—
παρασκευάζομαι
—
κουράνης
—
εξάγωνο
—
Μακεδόνας
—
κατανόηση
—
γρούξιμο
—
αριστερισμός
—
καμπυλόμετρο
—
ηλιθιώδης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω