🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αττικιστικός
αττικιστικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αττικιστικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ευθερμαγωγός
—
απόκλειστος
—
μοσχοκάρφι
—
κεφαλαιοκρατικός
—
ζενιθικός
—
αυλάρχης
—
πηγάζω
—
υποσκελισμός
—
δάπεδο
—
κακοδιοικούμαι
—
ριζόποδα
—
δευτερογαμία
—
επιδίκαση
—
αερομοτέρ
—
πανηγυριώτισσα
—
Μαυρογένης
—
χιούμορ
—
συνεκφώνηση
—
πευκοφλοιός
—
νεφρίτιδα
—
ανθρωπότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω